ἔκροια

ἔκροια, [dialect] Ion. [full] ἐκροίη, , Hsch.,=ἔκρυσις II, Sor.2.47 ;
A

αἵματος Aret. CD2.3

(pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • έκροια — ἔκροια, ιων. ἐκροίη, η (Α) βλ. έκρυσις …   Dictionary of Greek

  • ἔκροια — fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκροίας — ἐκροίᾱς , ἔκροια fem acc pl ἐκροίᾱς , ἔκροια fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκροίαις — ἔκροια fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκροιαι — ἔκροια fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκροιαν — ἔκροια fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.